Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

Πλάτωνος Πολιτεία Βιβλίο δέκατο (τελευταίο)

 

Σύνοψη

Στο τελευταίο βιβλίο γίνεται οξύτατη κριτική κατά των ποιητών. Κατακρίνονται ως πολυλογάδες που μιλούν για πολλά, χωρίς να τα τεκμηριώνουν, αφού δεν έχουν ειδικευτεί σε τίποτε. Η ποιητική άδεια κάνει τον ποιητή να στολίζει το έργο του με ωραίες λέξεις, επί της ουσίας όμως ελάχιστα  έχει να πει. Αν απογυμνώσουμε τα ποιήματα από τα λογοτεχνικά τους στολίδια απομένει το μηδέν ή το λιλιπούτειο…Όμοια οι μιμητικές τέχνες όπως το θέατρο και η απαγγελία, απέχουν πολύ της αληθείας, κατ’ ακρίβεια υστερούν τρεις βαθμούς. Ποιο κοντά στην αλήθεια είναι οι γλύπτες και οι ζωγράφοι, αφού για να κατασκευάσουν τα έργα τους πρέπει να μελετήσουν τα πρωτότυπα, να εντοπίσουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους, να ενσωματώσουν στο έργο τους την ουσία  που οι μελέτες του πρωτότυπου έχουν αποκαλύψει…..

Η τραγωδία έχει κατά τον Πλάτωνα το μειονέκτημα της διατάραξης της ψυχικής ηρεμίας. Οι θρήνοι και οι κοπετοί δείχνουν ανθρώπους αδύναμους, ενώ χαρακτηριστικό των ηρώων είναι η ολύμπια ψυχραιμία, η κοσμιότητα, η αταραξία ακόμα και μπροστά στο θάνατο…

Τα ανθρώπινα είναι μικρά, ασήμαντα…Ότι αναδεικνύει τον άνθρωπο είναι η ανάπτυξη της ψυχής του…Η ψυχή ανδρώνεται με τη λογική, τη γνώση, τη δικαιοσύνη. Η ψυχή καταστρέφεται όταν ο άνθρωπος από άγνοια ζητά την αδικία…Αυτός που γνωρίζει αντιλαμβάνεται ότι ο σωστός άνθρωπος προτιμά να αδικείται παρά να αδικεί…

Οι ψυχές των δικαίων θα αμειφθούν,  αν όχι από μεμονωμένους ανθρώπους, αλλά επιβιώνοντας μέσα στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας. Επιπλέον ο Πλάτωνας υποστηρίζει την αθανασία της ψυχής και τη μετεμψύχωση. Σύμφωνα με το  μύθο που διηγείται ο Σωκράτης, ο Hρ από την Παμφυλία σκοτώθηκε στη μάχη. Για δέκα ημέρες παρέμεινε στο πεδίο της μάχης, ανάμεσα στα πτώματα των άλλων πολεμιστών, χωρίς το σώμα του να υποστεί φθορά. Τη δωδέκατη ημέρα όταν τον είχαν τοποθετήσει πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είχε ιδεί και όσα είχε ακούσει η ψυχή του στον άλλο κόσμο.

Σύμφωνα με τη διήγηση του αναστημένου, η ψυχή φεύγοντας από το σώμα, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές εἰς τόπον τινὰ δαιμόνιον όπου υπήρχαν δύο χάσματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο, και άλλα δύο κατάντικρυ στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές που αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω μέσα από τον ουρανό, και τους άδικους αριστερά και κάτω. Όταν ο Ηρ παρουσιάστηκε του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι διαδραματιζόταν εκεί για να τα πει αργότερα στους ζωντανούς. Έβλεπε λοιπόν τις ψυχές που είχαν δικαστεί να προχωρούν προς τα δύο χάσματα, και άλλες να βγαίνουν από άλλα δύο. Όσες ανέβαιναν από το χάσμα της γης ήταν κατασκονισμένες και διψασμένες, όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Πήγαιναν λοιπόν οι ψυχές προς τον Λειμώνα και κατασκήνωναν εκεί σαν να ήταν σε πανηγύρι. Όσες έρχονταν από τη γη έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει κατά την υποχθόνια πορεία τους που κρατούσε  χίλια χρόνια. Όσες έρχονταν από τον ουρανό και τι δεν είχαν να πουν από θεάματα και απολαύσεις που επίσης κρατούσαν για μια χιλιετία!

Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα (προδοσίες, κακουργήματα) είχαν πληρώσει για όλα δεκαπλάσιες ποινές. Δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για όσες είχαν κάνει το καλό. Ακόμη βαρύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς τους γονείς ή τους θεούς ή για όσους είχαν σκοτώσει άνθρωπο με το ίδιο τους το χέρι. Τον Αρδιαίο, τον τύραννο της Παμφυλίας, που διέπραξε στη ζωή του μεγάλα και πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν πάνω στα αγκάθια των ασπαλάθων. Ύστερα μαζί με άλλους όμοιούς του τον πέταξαν μέσα στον Τάρταρο.

Αιώνες πριν τον χριστιανισμό , ο Πλάτωνας φαίνεται να πιστεύει στην αθανασία της ψυχής, την ανάσταση των νεκρών, τη μέλλουσα κρίση. Αντί όμως του Ιησού κριτή, υπάρχουν ουράνιοι κριτές που αποδίδουν δικαιοσύνη ανάλογα με τις πράξεις κάθε θνητού στη γη. Η διαφορά έγκειται ότι ο φιλόσοφος πιστεύει στην μετενσάρκωση των ψυχών, αφού πληρώσουν για τα αμαρτήματα τους ή όταν απολαύσουν τις αμοιβές του ενάρετου βίου τους

 

Ανάπτυξη

Διάλογος Σωκράτη Γλαύκωνα (συνέχεια)

Ο τεχνίτης κατασκευάζει ένα χρηστικό αντικείμενο με βάση την προϋπάρχουσα άυλη ιδέα του. Για παράδειγμα ο επιπλοποιός  φτιάχνει ένα κρεβάτι ο ναυπηγός ένα πλοίο κ.οκ. Αυτός όμως που στρέφει τον καθρέφτη προς διάφορες διευθύνσεις δεν δημιουργεί πραγματικά αντικείμενα αλλά ψεύτικά είδωλα. Με τον ίδιο τρόπο ο ζωγράφος δημιουργεί μια απεικόνιση, όχι το πραγματικό αντικείμενο. Σε επίπεδο ουσίας υπάρχουν τα ακόλουθα κατά φθίνουσα σειρά αξίας, αλήθειας, πραγματικής υποστάσεως.

1.       Η προϋπάρχουσα άυλη ιδέα αρχέτυπο την οποία δημιούργησε ο Θεός– π.Χ. ( Η ιδέα του τραπεζιού )

2.       Τα πραγματικά αντικείμενα που δημιουργούνται με βάση την ιδέα- π.Χ. ( Τα υλικά τραπέζια που δημιουργούν οι επιπλοποιοί)

3.       Τα διάφορα μιμητικά είδωλα που δημιουργεί είτε ο καθρέπτης, είτε ο ζωγράφος, είτε ο γλύπτης τα οποία στερούνται υλικής ουσίας αλλά απλώς μιμούνται την πραγματικότητα.

Με βάση αυτή τη συλλογιστική, ο επιπλοποιός είναι δημιουργός γιατί δημιουργεί ένα κρεβάτι πραγματικό, ενώ ο ζωγράφος όχι γιατί δημιουργεί απλώς ένα είδωλο. Το είδωλο που δημιουργεί ο ζωγράφος είναι μίμηση του υλικού αντικειμένου που δημιουργεί ο τεχνίτης και όχι της άυλης ιδέας που έφτιαξε  ο Θεός¹. Υπό αυτή την έννοια η ιδέα αρχέτυπο της καρέκλας μετέχει της ουσίας της έννοιας καρέκλα στον υπέρτατο βαθμό. Η καρέκλα που δημιούργησε ο επιπλοποιός μετέχει της υλικής ουσίας της καρέκλας σε λιγότερο βαθμό από την άυλη ιδέα καρέκλα, αλλά υπερέχει του ειδώλου που έφτιαξε ο ζωγράφος ως μετοχή πραγματικής υπάρξεως και γνώσεως πραγματώσεως. Η ζωγραφιά που κάνει ο ζωγράφος είναι η υποκειμενική θέαση του αληθινού αντικειμένου. Αυτό του στερεί περεταίρω την αντικειμενική ύπαρξη. Γιατί η εικόνα μιας καρέκλας δεν είναι καρέκλα, αλλά είδωλο που ξεγελά τον θεατή ότι μετέχει της ουσίας του όντος. Η πραγματική καρέκλα είναι πράγματι καρέκλα γιατί ο καθείς μπορεί να καθίσει επ’ αυτής για να ξεκουραστεί. Ποιος μπορεί όμως να καθίσει επί μιας ζωγραφισμένης καρέκλας; Η καρέκλα που έφτιαξε ο τεχνίτης είναι τρισδιάστατο αντικείμενο όπως κάθε πραγματική καρέκλα. Η καρέκλα που ζωγράφισε ο ζωγράφος όμως είναι δυσδιάστατη, έστω και αν δίνει την ψευδή εντύπωση αντικειμένου τριών διαστάσεων. Από πλάγια ένα αντικείμενο φαίνεται διαφορετικά. Όταν ένας ζωγράφος αποδίδει την πλάγια όψη, ή την κάτοψη ή την πρόσοψη ενός κρεβατιού τότε σε κάθε περίπτωση ζωγραφίζει κάτι διαφορετικό, αν και είναι το ίδιο αντικείμενο. Η ζωγραφική κινείται στον κόσμο του φαινομενικού και όχι του ΕΙΝΑΙ.

Ο ζωγράφος θα ζωγραφίσει ένα τσαγκάρη, ένα μαραγκό όμως δεν έχει ιδέα από τις τέχνες των ανθρώπων αυτών. Με τις αναπαραστάσεις του ξεγελά τους ανίδεους και τα παιδιά ότι έχουν μπροστά τους μαραγκούς και τσαγκάρηδες όμως βλέπουν μόνο ζωγραφικές αναπαραστάσεις. Ο ζωγράφος είναι ένα είδος μάγου και ταχυδακτυλουργού. Πείθει με τα σχέδια του ότι δημιουργεί αντικείμενα όμως απλώς μιμείται και εξαπατά οπτικά αυτούς που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το πραγματικό από το φαινομενικό.

Με τον ίδιο τρόπο οι ποιητές και οι τραγωδοί, δημιουργούν είδωλα, αναπαραστάσεις ηρώων και τα παρουσιάζουν. Όμως τα είδωλα αυτά δεν είναι οι πραγματικοί ήρωες, αλλά σκιές. Οι ποιητές είναι κατώτεροι γιατί δημιουργούν ύμνους, αλλά δεν κάνουν έργα όπως οι πρωταγωνιστές της ζωής. Όπως ο γιατρός Ασκληπιός είναι ανώτερος από αυτόν που τον εξυμνεί, διότι ο πρώτος σώζει ανθρώπινες ζωές ενώ ο δεύτερος γράφει όμορφα λόγια, έτσι και ο ηγέτης που σώζει την πατρίδα είναι σημαντικότερος από τον Ιστορικό που γράφει και μιλά ωραία για τα κατορθώματα του ήρωα.

Ο Σωκράτης λέει, συνεχίζοντας το πιο πάνω επιχείρημα ότι ο Όμηρος είναι κατώτερος του Λυκούργου². Γιατί ο πρώτος εξύμνησε απλώς τις αρετές των Αχαιών, ενώ ο δεύτερος είναι ο θεμελιωτής της Σπάρτης και του πολιτεύματος που τη βοήθησε να μεγαλουργήσει. Με όμοιο τρόπο ο Σόλωνας θεμελίωσε το πολίτευμα της Αθήνας και ανέδειξε το μεγαλείο της πόλης. Για ποιο έργο του Ομήρου μπορεί να λεχθεί ότι έφερε τόσο μεγάλη κοινωνική ωφέλεια;

Για να αναδείξει περεταίρω τη θέση του για την κατωτερότητα του Ομήρου σε σχέση με τους πρωταγωνιστές της ζωής οι οποίοι ωφέλησαν πρακτικά τους συνανθρώπους τους με το έργο τους ο Σωκράτης θέτει τα ακόλουθα ερωτήματα:

1.       Κερδήθηκε ποτέ κάποιος πόλεμος από τον Όμηρο;

2.       Έκανε ο Όμηρος εφευρέσεις και ανακαλύψεις που ωφέλησαν τη ζωή των ανθρώπων όπως έκανε, για παράδειγμα, ο Θαλής ο Μιλήσιος;

3.       Ανέδειξε ο Όμηρος με τη διδασκαλία του ένα επωφελή τρόπο ζωής και ένα σύστημα αξιών όπως έκανε, για παράδειγμα, ο Πυθαγόρας;

4.       Ο Πρωταγόρας, ο Αβδηρίτης και ο Πρόδικος ο Κείος έχουν πείσει  ότι μπορούν να  διδάξουν την τέχνη της διακυβέρνησης, αφού οι μαθητές τους έχουν αναδειχθεί σε άξιους κυβερνήτες της πατρίδας τους. Οι οπαδοί τους περιφέρουν σηκωτούς σε ένδειξη αγάπης και τιμής. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι παρόμοια τιμή και μεταχείριση θα δινόταν στους Όμηρο και Ησίοδο;

Συμπερασματικά λέει ο Σωκράτης, ο Όμηρος και οι άλλοι ποιητές είναι «μιμητές ειδώλων αρετής και των άλλων θεμάτων που γράφουν στα ποιήματα τους και δεν αγγίζουν τη αλήθεια³.». Όπως ο  ζωγράφος κάνει οπτικές απεικονίσεις αλλά δεν γνωρίζει την ουσία αυτών που αναπαριστά, το ίδιο και ο ποιητής. Στολίζει το λόγο του με όμορφες λέξεις και δίνει την εντύπωση  βαθιάς γνώσεως. Όμως « Ο ποιητής του ειδώλου, δηλαδή ο μιμητής δεν ξέρει τίποτε για το πραγματικό Ον αλλά μόνο για το φαινόμενο »

 Μίμηση (φαινομενολογία) – Είναι - Χρήση

Φαινόμενος Κόσμος

Ουσία- Ον

Χρήση

Ο ζωγράφος ζωγραφίζει ηνία και χαλινάρι

Ο χαλκιάς  και ο επεξεργαστής δερμάτων τα κατασκευάζουν.

Ο ιππέας που τα χρησιμοποιεί για να οδηγεί το άλογο.

 

Για κάθε πράγμα υπάρχουν τρεις Τέχνες: Η κατασκευή (χαλκιάς-δερματάς) , η χρήση (ιππέας) και η μίμηση (ζωγράφος). Η τελειότητα και η ορθότητα κάθε αντικειμένου, πράξης ή ζωντανού όντος κρίνεται πρώτιστα από τον χρήστη του. Αυτός που χρησιμοποιεί ένα μουσικό όργανο κρίνει την επάρκεια του και λέγει στον κατασκευαστή τις τυχόν ατέλειες που έχει. Ο κατασκευαστής πρέπει να ακολουθήσει τις παρατηρήσεις του μουσικού για να φτιάξει εύχρηστα και καλόηχα μουσικά όργανα. Ο κατασκευαστής στηρίζεται λοιπόν στις παρατηρήσεις και οδηγίες του ειδήμονα για να είναι η κατασκευή άριστη.

Από την άλλη ο μιμητής δεν ξέρει τίποτε, γιατί ούτε κατασκευάζει, ούτε χρησιμοποιεί το αντικείμενο. Ο ηθοποιός μιμείται κάτι που δεν γνωρίζει, ευτυχώς όμως γι’ αυτόν όσοι τον παρακολουθούν είναι εξίσου ανίδεοι με αυτόν… Η μίμηση συμπεραίνει λοιπόν ο Σωκράτης έρχεται τρίτη σε σειρά σε απόσταση από την αλήθεια, μετά τη χρήση και την κατασκευή.

Η μιμητική δεν έχει σχέση με το λογιστικό μέρος της ψυχής. Αυτό γιατί η λογική στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα, όπως το μέτρημα, το ζύγισμα και η αρίθμηση για να ορίσει ένα αντικείμενο. Από την άλλη η μίμηση βλέπει και απεικονίζει  τα αντικείμενα υποκειμενικά. Όπως κάποιος που βρίσκεται κάτω από το νερό ή πίσω από γυαλί και βλέπει τα πράγματα παραμορφωμένα. Η ζωγραφική για παράδειγμα εκμεταλλεύεται την οφθαλμαπάτη της προοπτικής και κάνει τα αντικείμενα να φαίνονται τρισδιάστατα ενώ είναι δυσδιάστατα.

Το συμπέρασμα λέει ο Σωκράτης, είναι ότι το λογιστικό είναι το καλύτερο μέρος της ψυχής γιατί βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια. Ότι εναντιώνεται στη λογική είναι φαύλο και οι μιμητικές  τέχνες, όπως η ζωγραφική και η ποίηση μετέχουν αυτής της φαυλότητας. Ο Σωκράτης ( δηλαδή ο Πλάτωνας ) καταφέρεται υποτιμητικά για τη μιμητική χαρακτηρίζοντας την πρόστυχη γυναίκα που γεννά πρόστυχα παιδιά.

Περεταίρω ξεχωρίζει δύο κλάδους της μιμητικής, δηλαδή την οπτική και την ακουστική.  Στην ακουστική μιμητική υπάγονται η ποίηση, το δράμα και το θέατρο. Ο Σωκράτης εξετάζει περεταίρω την αξία της ποίησης υπό το πρίσμα της πιο πάνω διαπίστωσης. Οι ηθοποιοί μιμούνται ανθρώπους που με θεληματικές ή αθέλητες πράξεις ευτυχούν ή δυστυχούν. Τις ευτυχίες και τις δυστυχίες ο μιμητής τις παρουσιάζει υποκειμενικά και με συναισθηματισμό, για να κεντρίσει την προσοχή των ακροατών του. Όμως ο πραγματικός και σώφρων άνθρωπος που είναι προικισμένος με λογική, είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την όποια καταστροφή καλύτερα από οποιοδήποτε φανταστικό ήρωα που άγεται και φέρεται από τις παρορμήσεις και τα πάθη του. Η λογική και η κοσμιότητα ωθεί τον νουνεχή άνθρωπο να αντιμετωπίσει τις συμφορές με ψυχραιμία και αξιοπρεπώς. Το θυμοειδές μέρος της ψυχής παροτρύνει για εξάρσεις και παράφορα συναισθήματα που εκδηλώνονται ορμητικά. Όμως η ψύχραιμη αξιολόγηση της συμφοράς οδηγεί στη καλύτερη αντιμετώπιση των συνεπειών της, ενώ η παρορμητική και θρηνώδης είναι παιδιάστικη, αναπαράγει τον πόνο και απομακρύνει τον πάσχοντα από τη δρομολόγηση της θεραπείας.

Προφανώς το θυμοειδές μέρος της ψυχής οδηγεί  σε αισθήματα μοιρολατρίας και θρήνου κάθε φορά που θυμάται τη συμφορά, είναι παράλογο, ανώφελο και οδηγεί σε δειλία. Ο ποιητής, ο θεατρικός συγγραφέας και ο ηθοποιός, αναπαράγουν στη ψυχή του θεατή τα θρηνητικά και άλλα συναισθήματα και δεν οδηγούν στην ορθολογική αντιμετώπιση των συμφορών. Ποιητής και ζωγράφος δημιουργούν απομιμήσεις και βρίσκονται μακρόθεν της αλήθειας. Στην ευνομούμενη πόλη που ονειρεύεται ο Πλάτωνας δεν υπάρχει χώρος για μιμητές, αφού αυτοί υποσκάπτουν το λογικό μέρος της ψυχής και υποθάλπουν το άλογο. Ο ποιητής εγκαθιδρύει κακό πολίτευμα στη ψυχή εκάστου πολίτη. Κάνει τη λογική του ανίσχυρη και παίρνει παράλογες αποφάσεις υπό το κράτος παρορμητικών συναισθημάτων. Κατασκευάζει είδωλα. Απομακρύνει τον πολίτη από το ύψιστο αγαθό, την αλήθεια…..

Ακόμα και ο πιο λογικός πολίτης παρασύρεται από συναισθηματική έξαρση όταν ακούν την απαγγελία στίχων του Ομήρου. Όταν ακούμε το χορό της τραγωδίας να μοιρολογεί παραδινόμαστε σε λύπη για τον ήρωα που πάσχει άδικα κτυπημένος από τη μοίρα. Όταν η συμφορά κτυπήσει προσωπικά εμάς αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή δεν αντιμετωπίζεται με θρήνο αλλά με υπομονή, επιμονή και φιλότιμη προσπάθεια αντιστροφής των συνεπειών της. Οι άντρες συνήθως αντιμετωπίζουν τις συμφορές με λογικό τρόπο, ενώ οι γυναίκες είναι πιο συναισθηματικές. Δεν είναι λοιπόν παράλογο να αισθανόμαστε συμπάθεια για ήρωες που αντιμετωπίζουν τις συμφορές τους παρορμητικά, σαν κλαψιάρες γυναικούλες, ρωτά ρητορικά ο Σωκράτης; Ο Γλαύκων συμφωνεί. Ο Σωκράτης λέει επί πλέον ότι η «έκθεση» του πολίτη σε τραγωδίες και δράματα τον κάνει πιο συναισθηματικό και σε τελική ανάλυση λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει λογικά τα προσωπικά του προβλήματα και δυσκολίες.

Όμοια και η κωμωδία ωθεί τον άνθρωπο να μην είναι σοβαρός, «λύνει» τη γλώσσα του και τον οδηγεί να λέει αισχρολογίες,   τον οδηγεί στο πάθος του κουτσομπολιού, της ελαφρότητας, της γελοιοποίησης εαυτών και αλλήλων και του λεκτικού κανιβαλισμού. Με τον ίδιο τρόπο η ερωτική ποίηση εξάρει τα πάθη, ενώ αυτά πρέπει να είναι υποταγμένα στο λογικό μέρος της ψυχής. Μετά την προσωρινή έξαψη του πάθους γινόμαστε χειρότεροι και όχι καλύτεροι.

Αν ακούσεις λοιπόν Γλαύκωνα κάποιον  να επαινεί τον Όμηρο λέγοντας ότι αυτός μόρφωσε την Ελλάδα και ότι η γνώση του βοηθά την επίδοξο κυβερνήτη, να δέχεσαι με επιφύλαξη τη γνώμη του  συμπεραίνει ο Σωκράτης. Γιατί στην άριστη πόλη χρειάζονται μόνο ύμνοι προς τους Θεούς και επαίνους προς τους άριστους άνδρες και όχι συναισθηματικά τραγούδια και στίχους.

Απομακρύναμε την ποίηση από τη ιδανική πόλη για όλα αυτά τα ελαττώματα της συνεχίζει ο Σωκράτης. Ο ορθός λόγος μας επέβαλε το διαζύγιο με τους στιχουργούς. Ακόμα είναι γνωστή από παλιά η αντιδικία φιλοσοφίας και ποίησης. Η φιλοσοφία αναζητά την αλήθεια και η ποίηση απλώς μιμείται. Η υπεροχή της πρώτης έναντι της δεύτερης θεωρείται αυταπόδεικτη κατά Πλάτωνα..

Ο Σωκράτης αναφέρει περεταίρω ότι θα ήταν ενδιαφέρον να ακούσει τα επιχειρήματα των φίλων της ποίησης, αν αυτοί θέλουν να αποδείξουν ότι αυτή δεν είναι μόνο ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη. Η δικαιοσύνη και η αρετή κατακτούνται με αγώνες και αξίζουν πέραν των αξιωμάτων και της κοσμικής δόξας που αυτά φέρουν. Ότι αξίζει πραγματικά δεν μπορεί να είναι θνητό και υποκείμενο στο χρόνο. Η ψυχή είναι αθάνατη¹⁰, άρα υπερβαίνει το βραχύβιο πέρασμά μας από τον υλικό κόσμο. Στο σημείο αυτό ο Γλαύκωνας αμφισβητεί την αθανασία της ψυχής και ο Σωκράτης επιχειρηματολογεί για να το αποδείξει ως εξής: Υπάρχει το καλό και το κακό. Το πρώτο σώζει και ωφελεί, ενώ το δεύτερο καταστρέφει και διαφθείρει. Για κάθε oν υπάρχει κάτι το κακό. Για το σώμα η ασθένεια, για το ξύλο το σαράκι κ.ο.κ. Το κακό καταστρέφει το oν στο οποίο παρουσιάζεται. Κατ’ επέκταση το καλό και το ουδέτερο δεν καταστρέφει αλλά θεραπεύει.

Η αδικία, η ακολασία, η αμάθεια, είναι νοσήματα της ψυχής που την φθείρουν αλλά δεν την καταστρέφουν εντελώς. Άρα η ψυχή πρέπει να είναι αθάνατη, σε αντίθεση με το σώμα που είναι θνητό και εκμηδενίζεται από την αρρώστια, ιδίως αν έχει και αδύνατη κράση. Το έξωθεν κακό διαφθείρει τη ψυχή με την ανάλογη προδιάθεση, δηλαδή τη ψυχή που δεν έχει γυμναστεί στο να δέχεται το καλό, την αρετή, το δίκαιο.

Η ψυχή δεν καταστρέφεται από μη σύμφυτο κακό πνευματικής φύσεως. Ούτε η αρρώστια του σώματος, ούτε η σφαγή ούτε η αδικία καταστρέφουν τη ψυχή του θύματος ή του θύτη. Αν ο άδικος πέθαινε από τη φθορά που η αδικία προκαλεί στη ψυχή του, ο κόσμος θα απαλλασσόταν από ένα σωρό καθάρματα παρατηρεί ο Γλαύκωνας¹¹, αλλά, δυστυχώς αυτό δεν έχει παρατηρηθεί. Τουναντίον, παρατηρεί, οι κακοί είναι πλέον δραστήριοι στη προσπάθεια τους να αδικήσουν.

Αν η ψυχή που πάσχει από το νόσημα της επιβολής της αδικίας επί των άλλων δεν πεθαίνει, ακόμα περισσότερο δεν θα πεθαίνουν οι καλές ψυχές που δέχονται την κακή επίδραση των άδικων ψυχών. Η ψυχή δεν πεθαίνει από κανένα κακό δικό της ή ξένο, άρα είναι αθάνατη  συμπεραίνει ο Σωκράτης. Ως απότοκο της αθανασίας και του αμετάβλητου των ψυχών ο αριθμός τους παραμένει σταθερός¹². Ούτε πεθαίνουν, ούτε γεννιούνται, ούτε πολλαπλασιάζονται. Είναι όντα ομοειδή ως προς τα χαρακτηριστικά και αρμονικά  ως προς τη δομή, αν τη δούμε ανεξάρτητα από το σώμα που την αμαυρώνει, και τις ανθρώπινες κακίες που την παραμορφώνουν.

Η ψυχή είναι συγγενής με το θείο, το αθάνατο και το αιώνιο, άρα πρέπει να αναζητά την αλήθεια μέσω της φιλοσοφικής αναζήτησης. Αυτό θα γίνει αν η ψυχή ελευθερωθεί από τα πάθη και την αμαρτία που τη δένουν με την ύλη. Μέγιστη αρετή και αγαθό της ψυχής η δικαιοσύνη, και ο άνθρωπος πρέπει να πράττει δίκαια ακόμα και αν φορεί στο δάκτυλο το δακτυλίδι του Γύγη και την περικεφαλαία του Άδη¹³! Στο σημείο αυτό ο Σωκράτης θεωρεί αποδειχθείσα την υπεροχή της δικαιοσύνης. Η αρχική παραδοχή περί υπεροχής της αδικίας, δηλαδή ότι δίκαιο είναι ο νόμος του ισχυρού πρέπει να αποσυρθεί λέει ο δάσκαλος του Πλάτωνα και ο Γλαύκωνας συναινεί. Ως αποτέλεσμα προκύπτουν οι ακόλουθες παραδοχές και συμπεράσματα.

1.       Η δικαιοσύνη είναι θείο αίτημα και γνώρισμα ενώ η αδικία  είναι ασυμβίβαστη με το θείο ιδίωμα. (Δεν ταιριάζει στη φύση των θεών )

2.       Οι Θεοί γνωρίζουν και διακρίνουν τους δίκαιους ανθρώπους από τους άδικους.

3.       Οι Θεοί αγαπούν τους δίκαιους και μισούν τους άδικους.

4.       Οι δίκαιοι ακόμα και όταν πάσχουν, οι Θεοί επιτρέπουν τις δυσκολίες ως παιδαγωγικό μέσο για να γίνουν καλύτεροι.

5.       Αντίστροφα η φαινομενική υπεροχή των αδίκων ομοιάζει στη φόρα αυτών που τρέχουν στον κατήφορο. Αν δεν αλλάξουν πορεία θα καταλήξουν στην άβυσσο.

6.       Ο δίκαιος μπορεί να υποφέρει αρχικά παίρνοντας τον ανηφορικό και έντιμο δρόμο της αρετής αλλά στο τέλος στεφανώνεται. Ακριβώς αντίστροφη είναι η πορεία του αδίκου.

7.       Ο άδικος δεν μπορεί να ξεγελάσει όλους και για πάντα. Στο τέλος θα αποκαλυφθεί, θα αφήσει πίσω του κακή φήμη και θα απαξιωθεί στη συλλογική συνείδηση.

8.       Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι υπάρχουν μετά  θάνατο αμοιβές για τους δίκαιους και τιμωρίες για τους άδικους. Στηρίζει τη θέση αυτή στην πιο κάτω αφήγηση την οποία προφανώς θεωρεί αληθή:

Ο Ηρ , Αρμένιος από την Παμφυλία, σκοτώθηκε στη μάχη. Οι συμπολεμιστές του, δέκα μέρες μετά τη σύγκρουση, μάζεψαν τα σώματα των νεκρών πολεμιστών για να τα κάψουν στη νεκρική πυρά. Ενώ οι υπόλοιποι νεκροί είχαν υποστεί τη φυσική αποσύνθεση των σωμάτων η σωρός του Ηρός είχε παραμείνει αναλλοίωτη. Τη δωδέκατη ημέρα, λίγο πριν το άναμμα της νεκρικής πυράς, ο Ήρ ξύπνησε από την νεκροφάνεια¹⁴ και διηγήθηκε τα ακόλουθα από την δωδεκαήμερη παραμονή του στον κάτω κόσμο:

«Η ψυχή του, που είχε φύγει από το σώμα, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές εἰς τόπον τινὰ δαιμόνιον όπου υπήρχαν δύο χάσματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο, και άλλα δύο κατάντικρυ στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές και, αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω μέσα από τον ουρανό, και τους άδικους αριστερά και κάτω. Όταν ο Ηρ παρουσιάστηκε του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι διαδραματιζόταν εκεί για να τα ανακοινώνει αργότερα στους ζωντανούς. Ο Ηρ είδε ολοκάθαρα τις ψυχές μετά τη δίκη να παίρνουν το δρόμο για τα χάσματα ανάλογα με την κρίση του δικαστηρίου. Οι ψυχές των αδίκων που προχωρούσαν στο χάσμα της γης ήταν γεμάτες ξηρασία και σκόνη, ενώ οι ψυχές των δικαίων ήταν καθαρές. Η τιμωρία των αδίκων ψυχών έφθανε τα χίλια χρόνια, γιατί για κάθε αδικία έπρεπε να υποστούν δεκαπλάσια ποινή. Για παράδειγμα, αν κάποιοι προκάλεσαν πληθώρα θανάτων, υποδούλωσαν ανθρώπους, πρόδωσαν την πατρίδα τους, ασέβησαν προς τους θεούς, ή αυτοκτόνησαν, τότε η τιμωρία τους στον Άδη ήταν φρικτή και δεκαπλάσια των κακουργημάτων τους. Από την άλλη όσοι ήταν δίκαιοι και ευεργέτησαν τους συμπολίτες τους με τις καλές τους πράξεις πήραν δεκαπλάσια αμοιβή.

Ο Ηρ διηγήθηκε ότι ενώ ήταν με τους νεκρούς άκουσε κάποιους από αυτούς να συζητούν για την τιμωρία του Αρδιαίου. Αυτός,  ήταν τύραννος στην Παμφυλία πριν μια χιλιετία. Είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον αδελφό του για να πάρει την εξουσία και έκανε πλείστα κακουργήματα και ασεβείς πράξεις. Αυτός και άλλοι παρόμοιοι του δεν εξαγνίστηκαν παρά τη χιλιετή τιμωρία τους. Όταν επιχειρούσαν να διέλθουν το χάσμα για να μεταβούν από τον τόπο της τιμωρίας στον τόπο της χαράς, αυτό μούγκριζε και δεν τους άφηνε να ξεφύγουν. Ακολούθως διάπυροι και άγριοι στην όψη άνδρες, όπως τους δαίμονες της κόλασης του Δάντη, έπιασαν τον Αρδιαίο τον έδεσαν και αφού τον έσυραν στα αγκάθια τον πήραν να τον ρίξουν στον τάρταρο, την αιώνια τιμωρία.

Όσοι περνούσαν την τιμωρία του εξαγνισμού, καθώς και οι δίκαιοι, περνούσαν το χάσμα και έμεναν σε ένα χαρωπό λιβάδι για εφτά μέρες. Ακολούθως την όγδοη μέρα πορεύονταν για τέσσερις ημέρες μέχρι που έφταναν σε τόπο ψηλό, που έβλεπαν ψηλά ένα απλωμένο φως στον ουρανό και τη γη σαν μια ίσια κολώνα όπως την ίριδα αλλά περισσότερο λαμπρή. Μετά από μιας μέρας επιπλέον πορεία έφταναν στη μέση της φωτεινής στήλης. Εκεί έβλεπαν τους συνδέσμους του ουρανού, όμοιους με τα υποζώματα των τριήρεων. Οι σύνδεσμοι συγκρατούσαν τον ρυθμό της περιφοράς του ουράνιου θόλου. Στις άκρες υπήρχε το αδράχτι της ανάγκης μέσω του οποίου γινόταν η περιστροφή του ουρανού. Ο άξονας και το άγκιστρο του αδραχτιού ήταν διαμαντένια, ενώ το σφονδύλι ήταν μείγμα αδάμαντος και άλλου ορυκτού. Ακολούθως ο Πλάτωνας λέει ότι ο εξωτερικός σφόνδυλος είχε άλλους επτά σπονδύλους μέσα του, τον ένα μικρότερο από τον άλλο, όπως τις ρωσικές κούκλες.

 Οι σφόνδυλοι σχημάτιζαν μια χρωματική πανδαισία καθώς κινούνταν αρμονικά με διαφορετικές ταχύτητες, μεγαλύτερες για τους εξωτερικούς σπονδύλους. Το αδράχτι γύριζε  στα γόνατα της ανάγκης, ενώ στα χείλη των κύκλων των σπονδύλων, υπήρχαν σειρήνες που κάθε μια τραγουδούσε στο δικό της τόνο κάνοντας μια οκτάηχη αρμονία. Γύρω από το αδράχτι, σε ίσες αποστάσεις, κάθονταν οι τρεις κόρες της ανάγκης, οι μοίρες. Φορούν λευκά ρούχα,  στέμματα και τραγουδούν με βάση την αρμονία των σειρήνων.

Η Λάχεση τραγουδά τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και η Άτροπος τα μέλλοντα¹⁵. Η Κλωθώ αγγίζοντας με το δεξί χέρι  την εξωτερική περιστροφή του πρώτου σφονδύλου, ακολουθεί την κυκλική περιστροφή του σταματώντας που και που την κυκλική της κίνηση. Η Άτροπος με το αριστερό χέρι περιστρέφει τους εσωτερικούς σφονδύλους και η Λάχεση βοηθά την αέναο κίνηση και με τα δύο της χέρια. Όσες ψυχές έφθαναν στις τρεις μοίρες, περνούσαν πρώτα από τη Λάχεση. Εκεί ο προφήτης τους προέτρεψε να διαλέξουν κλήρους τους οποίους έπαιρνε από τα γόνατα της μοίρας αυτής λέγοντας τους τα ακόλουθα λόγια:

Αυτά σας λέει η Λάχεση, η κόρη της ανάγκης: Εφήμερες ψυχές θα ακολουθήσει μια νέα περίοδος ενσάρκωσης σας σε ανθρώπινα σώματα, που θα αρχίσει με τη γέννηση και θα τελειώσει με το θάνατο. Δεν θα σας διαλέξει ο δαίμονας σας  εσείς θα τον επιλέξετε¹⁶. Έχετε όμως την ελευθερία και την ευθύνη να αποκτήσετε την αρετή»

Κατόπιν οι ψυχές επέλεγαν τον κλήρο με τη σειρά, εκτός της τελευταίας που θα έπαιρνε, υποχρεωτικά, τον ύστατο κλήρο που θα έμενε αδιάθετος. Ακολούθως ο προφήτης έβαζε μπρος σε κάθε ψυχή παραδείγματα βίων κάθε υλικής και πνευματικής ποιότητας. Ο Σωκράτης λέγει στον Γλαύκωνα ότι η εκπαίδευση της ψυχής στον πρότερο βίο θα την οδηγήσει στην επιλογή του βίου που θα την κάνει δικαιότερη. Αυτή είναι η καλύτερη επιλογή που μπορεί να κάνει ένα πνεύμα πριν την νέα του ενσάρκωση. Η λάμψη του δικαίου δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με τα πλούτη, ούτε την εφήμερη ομορφιά. Η εκπαιδευμένη ψυχή πρέπει να επιλέξει με βάση την αρχή του μέτρου και της χρυσής μεσότητας για να έχει ψηλή πιθανότητα ευτυχίας.

Ο Ήρ είδε τον αγγελιαφόρο του Υψίστου να λέει στην τελευταία ψυχή τα ακόλουθα: « Αν κρίνεις μυαλωμένα, υπάρχει και για σένα περιθώριο για ευχάριστη ζωή παρά τον όποιο κλήρο υποχρεωτικά σου λάχει»¹⁷

1.       Η πρώτη ψυχή, άφρονα επέλεξε ζωή τυραννίας, γεγονός που σήμαινε ότι θα ζούσε ζωή μέγιστης αδικίας κάνοντας κακό στον εαυτό του, στους άλλους και τα παιδιά του. Βέβαια σε λίγο μετάνιωσε ήταν όμως αργά. Στην προηγούμενη ζωή του είχε ζήσει σε ευνομούμενη πολιτεία, όμως δεν είχε τη σωστή φιλοσοφική παιδεία για να κρίνει σωστά.

2.       Άλλες ψυχές ανάλογα με τη φιλοσοφική τους προπαίδεια και τις εμπειρίες τους από τις προηγούμενες ζωές έκαναν αντίστοιχα καλές ή κακές επιλογές βίου.

Το θέαμα της επιλογής του μέλλοντος βίου από τις ψυχές ήταν κατά τα λεγόμενα του Αρμένιου Ηρός ταυτόχρονα αξιολύπητο, γελοίο αλλά και θαυμαστό. Πολλές ψυχές έκαναν τις επιλογές τους με βάση τις συνήθειες της προηγούμενης ενσάρκωσης τους και με βάση τις τραυματικές εμπειρίες που μετέφεραν από αυτές. Ο Αρμένιος πολεμιστής θυμόταν μετά την ανάσταση του τις ακόλουθες χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

1.        Η ψυχή του Ορφέα επέλεξε να μετενσαρκωθεί σε κύκνο, από μίσος προς τις γυναίκες που τον σκότωσαν.

2.       Ο Θάμυρος επέλεξε να ζήσει τη ζωή του αηδονιού, ενώ ένας κύκνος επέλεξε ανθρώπινη ψυχή.

3.       Η ψυχή που επέλεξε τον εικοστό κλήρο επέλεξε ζωή λιονταριού. Ήταν η ψυχή του ήρωα του Τρωικού Πολέμου,  Αίαντα του Τελαμώνιου  που απέφευγε να ξαναγίνει άνθρωπος λόγω της τραυματικής εμπειρίας που οδήγησε στην αυτοκτονία του.

4.        Παρόμοια η ψυχή του Αγαμέμνονος επέλεξε να μετενσαρκωθεί σε αετό.

5.       Η ψυχή της Αταλάντης επέλεξε το βίο ανδρός αθλητού.

6.       Η ψυχή του υιού του Πανοπέως επέλεξε βίο γυναίκας τεχνίτριας στα εργόχειρα.

7.       Ο Γελωτοποιός Θερσίτης στην επόμενη ζωή του θα ήταν πίθηκος.

8.        πολυμήχανος Οδυσσέας επέλεξε τη ζωή ανδρός άσημου και αφανούς. Παρόμοια και άλλες ψυχές διάλεγαν, κατά προτίμηση, ανθρώπινους ή ζωικούς βίους για τη μελλοντική τους ζωή.

Ακολούθως αφού οι ψυχές επέλεξαν βίο παρουσιάστηκαν μπροστά στη Λάχεση, η οποία έδινε στην κάθε μια τον δαίμονα της εκλογής του ο οποίος θα ήταν οδηγός και συμπαραστάτης στην επίτευξη των στόχων της μελλοντικής του ενσάρκωσης. Ο δαίμονας οδηγούσε την κάθε ψυχή στην Κλωθώ η οποία θα επικύρωνε την επιλογή της δια χειρός  και δια πλήρους στροφής του αδραχτιού.

Αφού άγγιζε το αδράχτι η ψυχή οδηγούνταν στην Άτροπο που έκανε απαράβατα όσα έκλωσε η Κλωθώ. Από εκεί οι ψυχές πήγαιναν στο θρόνο της ανάγκης, μια πορεία χωρίς επιστροφή. Ύστερα οι ψυχές έφταναν στην πεδιάδα της λήθης όπου έπιναν από το νερό του ποταμού Αμέλητος για να ξεχάσουν τη συνάντηση τους με τις μοίρες και να κοιμηθούν. Όταν θα ξυπνούσαν θα άρχιζαν την καινούρια τους ζωή στο νέο τους σώμα.

Ο διδακτικός αυτός μύθος συμπεραίνει ο Σωκράτης, μας διδάσκει ότι η αθάνατη ψυχή πρέπει να εφαρμόζει με κάθε τρόπο τη δικαιοσύνη και τη φρόνηση. Με αυτό τον τρόπο γίνεται φίλη προς το θείο και κερδίζει το μέγιστο έπαθλο της αρετής. Η κατάκτηση του ύψιστου αυτού επάθλου είναι το μέγιστο κατόρθωμα.

 

Σημειώσεις

Σημειώσεις 10ου βιβλίου

1.        597c έως 597e

2.         Ὦ φίλε Ὅμηρε, εἴπερ μὴ τρίτος ἀπὸ τῆς ἀληθείας εἶ ἀρετῆς πέρι, εἰδώλου δημιουργός, ὃν δὴ μιμητὴν ὡρισάμεθα, ἀλλὰ καὶ δεύτερος, καὶ οἷός τε ἦσθα γιγνώσκειν ποῖα ἐπιτηδεύματα βελτίους ἢ χείρους ἀνθρώπους ποιεῖ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ, λέγε ἡμῖν τίς τῶν πόλεων διὰ σὲ βέλτιον ᾤκησεν, ὥσπερ διὰ Λυκοῦργον Λακεδαίμων καὶ δι᾽ ἄλλους πολλοὺς 599d

3.        Οὐκοῦν τιθῶμεν ἀπὸ Ὁμήρου ἀρξαμένους πάντας τοὺς ποιητικοὺς μιμητὰς εἰδώλων ἀρετῆς εἶναι καὶ τῶν ἄλλων περὶ ὧν ποιοῦσιν, τῆς δὲ ἀληθείας οὐχ ἅπτεσθαι 600 e

4.          τοῦ εἰδώλου ποιητής, μιμητής, φαμέν, τοῦ μὲν ὄντος οὐδὲν ἐπαΐει, τοῦ δὲ φαινομένου· οὐχ  οὕτως; 601 b

5.        Περὶ ἕκαστον ταύτας τινὰς τρεῖς τέχνας εἶναι, χρησομένην, ποιήσουσαν, μιμησομένην; Ναί.601d

6.        Φαύλη ἄρα φαύλῳ συγγιγνομένη φαῦλα γεννᾷ ἡ μιμητική. 603b

7.        604c – 604d

8.        605d – 605e

9.        606 e – 607a

10.     Οὐκ ᾔσθησαι, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι ἀθάνατος ἡμῶν ἡ ψυχὴ καὶ οὐδέποτε ἀπόλλυται; 608d

11.     610d

12.     611a

13.     612 b

14.     614 b

15.     πέριξ δι᾽ ἴσου τρεῖς, ἐν θρόνῳ ἑκάστην, θυγατέρας τῆς Ἀνάγκης, Μοίρας, λευχειμονούσας, στέμματα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἐχούσας, Λάχεσίν τε καὶ Κλωθὼ καὶ Ἄτροπον, ὑμνεῖν πρὸς τὴν τῶν Σειρήνων ἁρμονίαν, Λάχεσιν μὲν τὰ γεγονότα, Κλωθὼ δὲ τὰ ὄντα, Ἄτροπον δὲ τὰ μέλλοντα. 617c

16.     οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ᾽ ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε. 617e

17.     619 b

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου